Σαν σήμερα 5 Οκτωβρίου, το 1945, η κοινή γνώμη συγκλονίζεται από την “Μαύρη Παρασκευή” του Hollywood ή κατά κόσμον “Bloody Friday”, όπως ονομάστηκε η ημέρα κατά τη διάρκεια της εξάμηνης απεργίας των ντεκορατέρ των σετς, εκπροσωπούμενων από την CSU (Conference of Studio Unions), που πνίγεται στο αίμα κατά την εκδήλωση ταραχών μεταξύ απεργών και εργαζομένων μπροστά από τις πόρτες των στούντιο της Warner Brothers στο Μπέρμπανκ της Καλιφόρνια.

Τι ήταν η CSU και πώς ξεκίνησαν όλα
Το διεθνές σωματείο της CSU αποτελούσε τότε μέρος της United Brotherhood of Carpenters and Joiners που εκπροσωπούσε κυρίως ξυλουργούς, ζωγράφους και καρτουνίστες των στούντιο. Όταν 77 ντεκορατέρ αποφάσισαν να φύγουν από το αντίπαλον δέος της CSU, το Συνδικάτο “International Alliance of Theatrical Stage Employees” (IATSE), να διαπραγματευθούν ατομικά συμβόλαιο με τους παραγωγούς το 1937 και λίγο αργότερα να γίνουν μέλη της CSU, οι δύο ενώσεις οδηγήθηκαν σε ευθεία ρήξη, με την IATSE να αμφισβητεί τη δικαιοδοσία της CSU πάνω στα δικαιώματα των ντεκορατέρ. Όταν δε οι παραγωγοί στη συνέχεια αρνήθηκαν την απόφαση ανεξάρτητου επίτροπου ορισμένου από το Εργατικό Συμβούλιο για τη δικαιοδοσία της CSU, στην ουσία ξεκινούν τα έργα και οι ημέρες που οδήγησαν στην τελική σύγκρουση.

Περίπου 10.000 εργαζόμενοι που ανήκαν στην CSU λοιπόν ξεκίνησαν τον Μάρτη του 1945 να δημιουργούν απεργιακά μπλόκα καθυστερώντας ταινίες, ενώ την ίδια στιγμή εταιρείες διανομής “σφάζονταν” για το αν θα ακολουθούσαν βοηθώντας τους εργαζομένους. Μάλιστα αρκετά ήταν και τα μέλη της IATSE που αρνήθηκαν αρχικά να σπάσουν τους κλοιούς παρά τις εντολές της ένωσης τους.

Η “μαύρη” μέρα
1805244366_bb1065eb41_o

Μετά από την πολύμηνη αυτή απεργία, στις 5 Οκτωβρίου με λίγες πλέον ανάγκες των απεργών να μπορούν ακόμη να καλυφθούν έχοντας χάσει οι ίδιοι πολύτιμο χρόνο και χρήμα και “βράζοντας” για την διαρκή αγνόηση τους, 300 απεργοί μαζεύονται μπροστά από τη Warner Bros. Όταν στις 6 το πρωί οι εργαζόμενοι αρχίζουν να καταφθάνουν, δημιουργούνται οδοφράγματα στην είσοδο, αυτοί προσπαθούν να περάσουν σε πολλές περιπτώσεις με τα αυτοκίνητα τους, τα οποία όμως σταματώνται από τους απεργούς και ανατρέπονται.

Με το πέρας των ωρών, όλο και περισσότεροι έρχονται για ενίσχυση στις δύο πλευρές, περίπου 1.000 άτομα σχηματίζουν πλέον το μπλόκο στην κεντρική πύλη ενώ Αστυνομία και σεκιουριτάδες της Warner προσπαθούν μάταια να σταματήσουν το χάος που δημιουργείται. Όταν νέο ισχυρότερο σε αριθμό πλήθος εργαζομένων ξαναπροσπαθεί να περάσει οι συμπλοκές αγριεύουν, οι απεργοί μαχαιρώνουν απεργοσπάστες, ενώ οι τελευταίοι αρχίζουν να απαντούν με ό,τι βρίσκουν μπροστά τους, αλυσίδες, σφυριά, δακρυγόνα. Η Warner βάζει τους ανθρώπους ασφαλείας να ψεκάζουν από τις ταράτσες κι άλλα δακρυγόνα, ενώ μπλέχτηκαν μέχρι και οι πυροσβέστες της εταιρείας οι οποίοι άρχιζαν να καταβρέχουν τα μπλόκα. Μέχρι το τέλος της θλιβερής ημέρας πάνω από 40 άνθρωποι τραυματίστηκαν σοβαρά.

Το χρονικό του τέλους και ο νέος Νόμος
Πάντως και την Δευτέρα οι απεργοί επέστρεψαν, έχοντας μάλιστα καλυφθεί με περιοριστική εντολή κατά των αστυνομικών που δε μπορούσαν πλέον να έρθουν σε επαφή με αυτούς, ενώ απ’την άλλη και η Warner πήρε τα δικά της ασφαλιστικά μέτρα αναφορικά με τη μείωση του αριθμού των ανθρώπων στα απεργιακά μπλόκα. Οι συμπλοκές θα συνεχίζονται για αρκετές μέρες ακόμη, τελικά οι δύο ενώσεις θα ξανακάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ένα μήνα μετά, συνεχίζοντας έναν κύκλο ερωτημάτων σχετικά με τη δικαιοδοσία της CSU που στην ουσία του δεν θα κλείσει ποτέ.

Ένα χρόνο μετά η IATSE θα συμφωνήσει με τους εκπροσώπους των στούντιο για την στελέχωση των κενών θέσεων στα σετ με νέους εργαζομένους ενώ αποφάσισαν ότι όλοι όσοι συμμετείχαν στην απεργία αφήνουν τις προηγούμενες εργασίες τους και ασχολούνται σαν μαραγκοί στα live σετς, δουλειά που πολλοί δεν ήξεραν ή δεν είχαν κάνει για χρόνια.
Απάντησαν με νέες καταγγελίες και μπλόκα, 683 τεχνικοί της IATSE αποχώρησαν από αυτή δηλώνοντας συμπαράσταση, όμως τελικά με τη συνεχή κούραση από τις συγκρούσεις με τους ανθρώπους ασφαλείας των στούντιο αλλά και την Ένωση των Ηθοποιών ακόμη να τους γυρνά την πλάτη με την ψήφο της, η CSU ψηφίζει και επιτρέπει στους άνεργους όλον αυτό τον καιρό και τους υποστηρικτές του τέλους της απεργίας, να παρακάμψουν τα μπλόκα εάν το επιθυμούν και να επιστρέψουν σε όποια δουλειά μπορούσαν, τελειώνοντας στην ουσία έναν αγώνα 13 μηνών.

Μετά τα παραπάνω γεγονότα άρχισε σταδιακά η διάλυση της CSU (αλλά και η αναδιοργάνωση της IATSE η οποία ούτως ή άλλως εμφανίστηκε “χαμένη” από όλη αυτή την ιστορία) την ώρα που ο αρχηγός της την περίοδο εκείνη, Herbert Sorrell, κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και έχασε οριστικά την όποια δυναμική είχε σαν ηγέτης των απεργών. Μάλιστα με κύρια αφορμή αυτές τις συγκρούσεις ξεκινάει κύκλος κυβερνητικής στρατηγικής για το θέμα των συνδικάτων που καταλήγει το 1947 στον επίσημο ομοσπονδιακό Νόμο γνωστό ως Taft–Hartley Act.
Με αυτόν παρά τις πολλές αντιδράσεις για την καταπάτηση δικαιωμάτων των εργαζομένων, απαγορεύεται μία σειρά απεργιακών κινητοποιήσεων που έχουν σχέση με συγκεκριμένα “θέλω” ή “πιστεύω” (π.χ. πολιτικών) των εργατικών συνδικάτων, τα οποία γενικότερα περιορίζει ιδιαίτερα αναφορικά με τη δύναμη τους και τις δραστηριότητες τους.

Advertisements